Παρασκευή, Αυγούστου 15

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΣ παραμύθι του OSCAR WILDE


Ο Μικρός Χριστός παραμύθι 
του Oscar Wilde
Ήταν νύχτα κι ο νεαρός Βασιλιάς καθόταν μόνος στο ιδιαίτερο δωμάτιο του.

Την αυριανή μέρα επρόκειτο να γίνη η στέψη του.
Και τώρα είχε δώσει την άδεια στους υπηρέτες να τον αφήσουν μόνο.
Πραγματικά όλοι αποσύρθηκαν κ' έτρεξαν στην μεγάλη αίθουσα του παλατιού να παρακολουθήσουν τις τελευταίες οδηγίες και μαθήματα από τον δάσκαλο της εθιμοτυπίας.

Και τούτο γιατί μερικοί απ' αυτούς διατηρούσαν ακόμα τους φυσικούς τους τρόπους στην συμπεριφορά και αυτό για ένα αυλικό είναι προσβολή μεγάλη και βαρειά.

Η αποχώρηση τους δεν λύπησε διόλου το παιδάκι-ο νεαρός Βασιλιάς ήταν μόλις 16 χρονών- που έπεσε με ανακούφιση πάνω στα μαλακά μαξιλάρια του ντιβανιού.

Ξαπλώθηκε εκεί με τα μάτια και το στόμα ορθάνοιχτα σαν ένας ηλιοκαμμένος Φαύνος του δάσους η σαν αγρίμι που μόλις πιάστηκε από τους διώκτες του.

Και πράγματι ήταν κυνηγοί που τον είχαν βρεί, πέφτοντας απάνω του εντελώς στην τύχη,όπως ακολουθούσε, ξυπόλητο, και με τον αυλό στο χέρι, το κοπάδι κατσίκες του φτωχού βοσκού που τον είχε αναθρέψει και που πάντα φανταζόταν πως ήταν πατέρας του.

Μα ήταν παιδί της μoμονάκριβης κόρης του γέρου βασιληά, που τόχε από ένα μυστικό της γάμο

με κάποιον κοινό και άσημο θνητό –ένα ξένο- έλεγαν μερικοί που με το μαγευτικό του παίξιμο της λύρας είχε κάνει την νεαρή Πριγκίπισσα να τον αγαπήσει;

Άλλοι πάλι μιλούσαν για κάποιο καλλιτέχνη από το Ρίμινι που η πριγκίπισσα τον είχε τιμήσει υπερβολικά και που ξαφνικά εξαφανίστηκε από την πόλη, αφήνοντας ατέλειωτο το καλλιτεχνικό του έργο στην Μητρόπολη.

Το μωρό το πήρανε τότε από την αγκαλιά της μάνας του, όταν ήταν ακόμα 7 ημερών και ενώ κοιμόταν και το εμπιστεύτηκαν σ' έναν απλοϊκό χωριάτη και τη γυναίκα του, που δεν είχαν παιδιά δικά τους και ζούσαν σ' ένα μακρυνό και έρημο μέρος στο δάσος, σε μιάς μέρας δρόμο με άλογο από την πόλη.

Η λύπη η η αρρώστια, όπως ανέφεραν οι γιατροί του παλατιού –η όπως έκαναν μερικοί τον υπαινιγμό ένα δραστικό ιταλικό δηλητήριο, που ρίχτηκε μέσα σ' ένα κύπελλο με μυρωδάτο κρασί-σκότωσε μιάν ώρα μετά το ξύπνημά της την μητέρα που το γέννησε.

Και την ίδια ώρα που ο πιστός ταχυδρόμος ,ξεκρεμώντας το μωρό από την σέλα του έσκυβε από το κουρασμένο άλογο του και χτυπούσε την πόρτα της καλύβας του βοσκού τη νεκρή Πριγκίπισσα την κατέβαζαν μέσα σ' ένα τάφο, που τον είχαν σκάψει στο προαύλιο του ερημοκλησιού έξω μακρυά από τα τείχη της πολιτείας. Σ' ένα τάφο που, καθώς έλεγαν, κοιτόταν κ' ένας άλλος νεκρός ένας νέος μ' εξωτική ομορφιά. Τα χέρια του ήταν δεμένα πίσω με σκοινί και το στήθος του καταματωμένο από βαθιές μαχαιριές…

Τέτοια κοντολογίς ήταν η ιστορία που οι άνθρωποι ψιθύριζαν,ο ένας στο αυτί του άλλου.

Βέβαιο ήταν ωστόσο ότι ο γέρο Βασιλιάς, όντας στο επιθανάτιο κρεββάτι του είτε επειδή συγκινήθηκε από τις τύψεις για το μεγάλο του έγκλημα η απλά επειδή επιθυμούσε το βασίλειο του να μη πέση σε ξένα χέρια, είχε στείλει να ζητήσουν το παιδί και συγκαλώντας το συμβούλιο του στέμματος, το αναγνώρισε για διάδοχό του.

Και φαίνεται ότι από την πρώτη στιγμή της αναγνώρισης του είχε δείξει τα σημάδια αυτής της παράξενης αγάπης του για την ομορφιά που ήταν προορισμένη να έχη τόσο μεγάλην επίδραση στη ζωή του.

Όσοι τον συνόδευαν στα διαμερίσματα του κι αποτελούσαν την ιδιαίτερη υπηρεσία του νεαρού μιλούσαν ταχτικά για τις κραυγές της χαράς που άφηνε κάθε φορά που αντίκριζε την επίσημη στολή του και τα κοσμήματα που του ετοίμαζαν να φορέση και για την ίδια περήφανη χαρά όταν πετούσε πέρα το απλό, από δέρμα χιτώνα του, και το χοντρό μανδύα του.

Ήταν πραγματικά στιγμές που νοσταλγούσε την ελεύθερη ζωή του υπαίθρου και πάντοτε έδειχνε τη δυσφορία του και την κακοκεφιά του με τις ενοχλητικές τελετές του παλατιού που του απασχολούσαν τόσο πολύ τις περισσότερες ώρες.

Αλλά το θαυμάσιο παλάτι- «το χαρούμενο παλάτι», όπως τ' ονόμαζαν και που τώρα ήταν ο ίδιος απόλυτος κύριος του-του φαινόταν ένας καινούργιος κόσμος ειδικά φτιαγμένος για την τέρψη τη δική του.

Και μόλις του τύχαινε ευκαιρία να ξεφύγει από την αίθουσα του συμβουλίου η την αίθουσα των ακροάσεων κατέβαινε τη μεγάλη σκάλα με τα σκαλιστά από χαλκό λιοντάρια και τα σκαλοπάτια από πορφυρίτη για να πλανηθή από δωμάτιο σε δωμάτιο και από διάδρομο σε διάδρομο σαν κάποιος που ζητεί να βρή στην ομορφιά το φάρμακο του πόνου.

Σε αυτά τα εξερευνητικά του ταξίδια, όπως τα ονόμαζε και που πραγματικά ήταν γι΄αυτόν αληθινά ταξίδια ανάμεσα σε μία μαγική χώρα συνοδευόταν μερικές φορές από τους υπηρέτες της αυλής με το φανταχτερό τους χτένισμα και τις κοντές μπέρτες τους με τις χαρούμενες κορδέλες.

Πιό συχνά όμως πλανιόταν μόνος,νιώθοντας, από ένα βέβαιο και ζωηρό ένστιχτο πού 'μοιαζε σχεδόν με θεϊκή έμπνευση ότι τα μυστικά της τέχνης τα μαθαίνει κανείς καλύτερα στη μοναξιά.

Κι ότι η Ομορφιά, όπως η Σοφία, αγαπά τον απόκοσμο λάτρη της.
Πολλές περίεργες ιστορίες διηγούνταν γι' αυτόν την εποχή εκείνη.

Τον είχαν χάσει για πολλές ώρες και ύστερα από πολλές έρευνες τον ανακάλυψαν σ' ένα μικρό δωμάτιο, σε κάποιον από τους βορεινούς πυργίσκους του παλατιού, ν' ατενίζει εκστατικός ένα πολύτιμο πετράδι, φερμένο από την Ελλάδα και πάνω στο οποίο ήταν σκαλισμένο το πρόσωπο του Αδωνη.

Τον είχαν δεί πάλι-έτσι λέει η παράδοση-να σφίγγει τα ζεστά του χείλη στην άκρη του μαρμάρου ενός αρχαίου αγάλματος, που το είχαν ανακαλύψει στην κοίτη του ποταμού, όταν πήγαν ν' ανοίξουν θεμέλια για το χτίσιμο της νέας πέτρινης γέφυρας, και που είχε πάνω του σκαλισμένη την επιγραφή: «Ο Βιθυνός, σκλάβος του Αδριανού».

Άλλοτε πάλι είχε μείνει ξάγρυπνος ολόκληρη νύχτα, σημειώνοντας το αποτέλεσμα του σεληνόφωτου πάνω σε μία εικόνα του Ενδυμίωνα.

Όλα τα σπάνια και πολύτιμα αντικείμενα εξασκούσαν μεγάλη γοητεία πάνω στην ψυχή και στο πνεύμα του Βασιλόπουλου και ανυπόμονο να τα' αποχτήσει, έστελνε μακρυά πολλούς πραματευτές.

Άλλους στις βόρειες θάλασσες, για να του φέρουν ήλεκτρο, άλλους στην Αίγυπτο, να του βρουν αυτή την περίεργη πράσινη πέτρα τυρκουάζ που βρίσκεται μόνο στους τάφους των βασιλιάδων, και που, όπως λένε, έχει μαγικές ιδιότητες.

Άλλους έστελνε στην Περσία για μεταξωτά χαλιά και χρωματιστά αγγεία και άλλους στις Ινδίες,να του αγοράσουν τούλια και βαμμένο ελεφαντόδοντο, βραχιόλια και περιλαίμια, σαντάλια ξύλινα με στολίδια από σμάλτο.

Ότι όμως τον απασχολούσε πλειότερο ήταν η στολή που θα φορούσε στη στέψη του, το χρυσαφένιο φόρεμα του κ' η στολισμένη με ρουμπίνια κορόνα του, και το σκήπτρο του με τις σειρές διαμάντια και τα δαχτυλίδια με τα μαργαριτάρια.

Πραγματικά για όλα αυτά σκεφτόταν απόψε το Βασιλόπουλο, όπως ήταν ξαπλωμένο στο μαλακό του ντιβάνι, παρατηρώντας το μεγάλο κούτσουρο πεύκου πού 'καιγε στο τζάκι.

Τα σχέδια γι' αυτά τα στολίδια, έργα των περισσότερο φημισμένων καλλιτεχνών της εποχής, είχαν υποβληθή από πολλούς μήνες πρίν, οι τεχνίτες είχαν σαφείς διαταγές να δουλεύουν μέρα και νύχτα.

Έβλεπε τον εαυτό του να στέκεται στον ψηλό θρόνο της εκκλησίας μέσα στη εντυπωσιακή στολή του βασιλιά όταν ένα χαμόγελο πρόβαλε στα παιδικά του χείλη που όσο απλωνόταν φώτιζε σαν λαμπάδα τα σκοτεινά του μάτια.

Σηκώθηκε από το κρεβάτι του και ακουμπώντας στο σκαλιστό τοίχο του τζακιού έριξε μία ματιά γύρω σε όλο το αμυδρά φωτισμένο δωμάτιο.

Στους τοίχους κρέμονταν πλούσια ταπέτα, που παρίσταναν το θρίαμβο της ομορφιάς.

Αντίκρυ στο παράθυρο ήταν βαλμένο ένα γραφείο κατασκευασμένο με περίεργο γούστο:

Το ξύλο του ήταν μωσαϊκό από χρυσόσκονη και σμάλτο σε ποικιλόσχημα κομμάτια και πάνω ήταν τοποθετημένα μερικά λεπτά κύπελλα από βενετικό κρύσταλλο.

Πάνω στη μεταξωτή κουβέρτα του κρεβατιού, ήταν κεντημένες ωχρές μορφές, σα να είχαν πέσει κρίνα από τα κουρασμένα χέρια του ύπνου .

Μεγάλα πουλιά από χυτό ελεφαντόδοντο έστεκαν στο βελουδένιο κουβούκλιο του κρεβατιού.

Τα μεγάλα φτερά των στρουθοκαμήλων, ίδιες άσπρες βεντάλιες, υψώνονταν για να χαϊδέψουν το ωχρό ασήμι του ταβανιού.

Ένας γελαστός Νάρκισσος από πράσινο μπρούτζο κρατούσε ένα αστραφτερό καθρέφτη πάνω από το κεφάλι του.

Πάνω στο τραπέζι βρισκόταν μία γυάλα με αμέθυστο.

Από το παράθυρο έβλεπε τον πελώριο τρούλο του καθεδρικού ναού να ξεχωρίζει πάνω από τις μαύρες σιλουέτες των σπιτιών και τους κουρασμένους νυχτοσκόπους να βηματίζουν πάνω κάτω στο μουντό από την ομίχλη εξώστη, πλάϊ στο ποτάμι.

Πέρα μακρυά, στα δέντρα, ένα αηδόνι συνέθετε το μαγικό του τραγούδι.
Από το ανοιχτό παράθυρο έμπαινε και απλωνόταν στο δωμάτιο ένα ελαφρύ άρωμα γιασεμιού.

Παραμέρισε το Βασιλόπουλο από το μέτωπο τις καστανές μπούκλες των μαλλιών του, και πιάνοντας την λύρα του, άφησε τα αβρά δάκτυλα του να πλανηθούν πάνω στις χορδές.

Τα βαριά βλέφαρά του έπεσαν και μια παράξενη απονάρκωση τον κυρίεψε.

Ποτέ άλλοτε δεν είχε νοιώσε τόσο δυνατά, η με τέτοια εξωτική χαρά, τη μαγεία και το μυστήριο της ομορφιάς των πραγμάτων.

Όταν το ρολόϊ του πύργου σήμανε μεσάνυχτα, έπιασε ένα κουδουνάκι και κάλεσε τους θαλαμηπόλους και τους υπηρέτες του να έρθουν να τον ντύσουν κατάλληλα με τον επιβαλλόμενο σεβασμό και την εθιμοτυπία χύνοντας ροδόνερο στα χέρια του, και σκορπίζοντας λουλούδια στο προσκέφαλό του.

Μετά την αναχώρηση τους από το δωμάτιο το Βασιλόπουλο πολύ γρήγορα αποκοιμήθηκε.

Όπως κοιμόταν είδε ένα όνειρο. Βρέθηκε σε μία χαμηλή σοφίτα ανάμεσα στο θόρυβο και το βουητό πολλών αργαλειών.

Από τα καγκελωτά παράθυρα έμπαινε το αχνό φώς της ημέρας και έβλεπε τα ισχνά πρόσωπα των υφαντάδων πού έσκυβαν πάνω από τους αργαλειούς τους.

Στα μεγάλα σταυρωτά δοκάρια της σοφίτας κάθονταν μαζεμένα ωχρά αρρωστιάρικα παιδάκια.

Τα πρόσωπα τους ήταν σημαδεμένα από την πείνα και τα λεπτά τους χέρια έτρεμαν.

Γύρω από το τραπέζι σκυθρωπές γυναίκες καθιστές εργάζονταν.

Μία απαίσια μυρωδιά γέμιζε όλο το μέρος.

Η ατμόσφαιρα ήταν βρωμερή και βαριά, και οι τοίχοι έσταζαν υγρασία.

Ο νεαρός βασιλιάς πλησίασε έναν υφαντή. Στάθηκε πλάϊ του και κύτταζε.

Τον κύταξε τότε και ο εργάτης θυμωμένος και του είπε: -Γιατί με κυττάς;

Είσαι κανένας κατάσκοπος του αφεντικού μας;

-Ποιός είναι ο αφέντης σου; ρώτησε ο νεαρός Βασιλιάς

–Το αφεντικό μας! Φώναξε με πίκρα ο υφαντής:Είναι ένας άνθρωπος σαν και μένα.

Πραγματικά ανάμεσα μας μόνο αυτή η διαφορά υπάρχει:

Ότι εκείνος φορεί καλά ρούχα και εγώ κουρέλια, και ότι, ενώ εγώ είμαι αδύνατος από την πείνα, αυτός δεν υποφέρει διόλου από την πολυφαγία!

-Η χώρα είναι ελεύθερη και κανείς άνθρωπος δεν είναι σκλάβος! είπε ο νεαρός Βασιλιάς.

-Τι να κάνουμε; ….απάντησε ο υφαντής: Πρέπει να εργαστούμε για να ζήσουμε και το μεροκάματο δεν μας φτάνει για τις ανάγκες μας και έτσι τσακιζόμαστε από την κούραση,την πείνα και την αρρώστεια.
Μοχτούμε ολημερίς, και τα παιδιά μας μαραίνονται και τα πρόσωπα κείνων που αγαπούμε γίνονται σκληρά και όλο κακία. Εμείς τρυγούμε τα σταφύλια, μα άλλοι πίνουν το κρασί.

Εμείς σπέρνουμε το στάρι,και τα ντουλάπια μας είναι άδεια.

Έχουμε αλυσίδα τη δυστυχία μας, και όμως κανένα μάτι δεν την βλέπει και είμαστε σκλάβοι, ενώ όλοι μας θεωρούν ελεύθερους!...

-Έτσι είναι όλα αυτά;ρώτησε το Βασιλόπουλο.

-Έτσι είναι απάντησε ο υφαντής: Έτσι γίνεται.

Και με τους νέους και με τους γέρους και με τις γυναίκες και με μας, τους άντρες το ίδιο με τα μικρά παιδιά και με τα γεροντάκια.

Η ανάγκη μας υποχρεώνει να εκτελούμε σκληρότατες δουλειές.

Ο παπάς διαβαίνει πλάϊ μας και λέει τις προσευχές του, μα κανείς δε νοιάζεται για μας και προκοπή δεν βλέπουμε.

Μέσα στα ανήλια στενοσόκακα η φτώχεια με τα πεινασμένα μάτια της και η Αμαρτία με το βλοσυρό πρόσωπο της μας ακολουθούν πιστά…

Μα τι νόημα μπορούν να έχουν όλα αυτά για σας;

Σύ δεν είσαι κανένας από μας. Το πρόσωπό σου το βλέπω χαρούμενο και ευτυχισμένο.

Kαι ο εργάτης συνέχισε την κουραστική δουλειά του στον αργαλειό,υφαίνοντας χρυσή κλωστή.

Ένας μεγάλος τρόμος κυρίεψε τότε το Βασιλόπουλο και είπε στον υφαντή:

-Τι ρούχο είναι αυτό που υφαίνεις με τη χρυσή κλωστή;

-Είναι ο χιτώνας για τη στέψη του νεαρού Βασιλιά!απάντησε.

Ο νεαρός Βασιλιάς άφησε μια δυνατή κραυγή και ξύπνησε
και να που βρέθηκε στο δωμάτιο του και ανάμεσα από το παράθυρο
έβλεπε το φεγγάρι το μελιχρό να κρέμεται στη θολωμένη ατμόσφαιρα.

Και τον πήρε πάλι ο ύπνος και ονειρεύτηκε. Και αυτό ήταν το όνειρό του:
Φαντάστηκε πως ήταν ξαπλωμένος στο κατάστρωμα μιας τεράστιας γαλέρας,
όπου κωπηλατούσαν 100 σκλάβοι.Πλάϊ του και πάνω σ΄ένα χαλί καθόταν ο κυβερνήτης της γαλέρας.

Ήταν μαύρος σαν έβενος και το σαρίκι του ήταν από πυρρό μετάξι.

Μεγάλα σκουλαρίκια από ασήμι κρέμονταν από τα παχειά άκρα των αυτιών,
και στο χέρι του κρατούσε μια ζυγαριά από ελεφαντόδοντο.

Εξόν από ένα κουρελιασμένο, κοντό παντελόνι, οι σκλάβοι
ήταν γυμνοί και ο καθένας αλυσοδεμένος με το γείτονα του.

Ο καυτός ήλιος τους χτυπούσε στο κεφάλι,
και οι Νέγροι φρουροί βημάτιζαν απάνω και κάτω
και στις δύο σειρές τους κωπηλάτες, μαστιγώνοντας τους αλύπητα.

Τέντωναν τα ισχνά τους χέρια οι σκλάβοι και τραβούσαν
τα βαρειά κουπιά μέσα στο νερό
κάνοντας τον αλμυρό αφρό να βουϊζει και να βογγά.

Επί τέλους έφτασαν σε ένα μικρό κόλπο και κύτταξαν γύρω.

Ένα ελαφρό αεράκι φυσούσε από την ακτή
και το μεγάλο καράβι κυλούσε μόνο του στο νερό.

Τρείς Άραβες καβάλα σε αγριογάϊδουρα όρμησαν κατά μάκρος στην ακτή και τους έρριξαν τα δόρατά τους.

Ο κυβερνήτης της γαλέρας άρπαξε ένα τόξο,και χτύπησε έναν από αυτούς στο λαιμό
που έπεσε βαριά στο κύμα και οι σύντροφοί του απομακρύνθηκαν καλπάζοντας.

Μία γυναίκα, τυλιγμένη με ένα κίτρινο πέπλο, ακολουθούσε σιγά πάνω σε μια καμήλα
κυττάζοντας κάθε τόσο πίσω της το νεκρό.

Μόλις έρριξαν άγκυρα και μάζεψαν τα πανιά,οι Νέγροι φρουροί κατέβηκαν στο αμπάρι
και κουβάλησαν μια σχοινένια σκάλα, βαρειά σα μολύβι.

Ο πλοίαρχος την έριξε από την πλευρά της γαλέρας δένοντας τις δύο άκρες των σχοινιών σε δύο σιδερένιους πάσσαλους στερεωμένους στο κατάστρωμα.

Ύστερα οι Νέγροι άρπαξαν τον πιο νέο από τους σκλάβους
του έλυσαν τα δεσμά,του βούλωσαν τα ρουθούνια και τα αυτιά με κερί
και έδεσαν γύρω στο στήθος του μία μεγάλη πέτρα.

Και αυτός γλίστρησε με προσοχή κάτω στη σκάλα και εξαφανίστηκε
βουτώντας μέσα στο νερό. Μεγάλες φυσαλίδες σηκώθηκαν εκεί που βούλιαζε.

Μερικοί, από τους άλλους σκλάβους θωρούσαν παραξενεμένοι από την κουπαστή.

Στη πλώρη της γαλέρας καθόταν ένας γητευτής καρχαριών χτυπώντας μονότονα ένα τύμπανο.

Σε λίγη ώρα ο σκλάβος βουτηχτής βγήκε έξω από το νερό και άδραξε λαχανιασμένος τη σκάλα.

Στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα μαργαριτάρι.

Οι νέγροι το άρπαξαν και τον ξανάσπρωξαν να πέσει στο νερό.

Οι σκλάβοι έπεσαν στον ύπνο πάνω στα κουπιά τους.

Πολλές φορές ο σκλάβος βουτηχτής βουτούσε και έβγαινε από το νερό
και κάθε φορά έφερνε μαζί του και από ένα ωραίο μαργαριτάρι.

Ο κυβερνήτης της γαλέρας τα ζύγιζε και τα έριχνε μέσα σε μία σακκούλα από πράσινο δέρμα.

Ο νεαρός Βασιλιάς δοκίμασε να φωνάξει, μα η γλώσσα του
του φαινόταν κολλημένη στον ουρανίσκο και τα χείλη του αρνιόνταν να σαλέψουν.

Οι Νέγροι κρυφομίλησαν αναμεταξύ τους και άρχισαν να μαλώνουν
για ένα περιδέραιο από λαμπερές χάνδρες.

Δύο πελαργοί έφερναν βόλτες απάνω από το καράβι.

Ύστερα στην επιφάνεια του νερού φάνηκε ο βουτηχτής για τελευταία φορά.

Και το μαργαριτάρι που έφερνε μαζί του ήταν ωραιότερο από όλα τα μαργαριτάρια, γιατί είχε το σχήμα ενός ολόγεμου φεγγαριού και το κάτασπρο χρώμα του αυγερινού.

Μα στο πρόσωπο του σκλάβου είχε απλωθεί παράξενη ωχρότητα και μόλις έπεσε πάνω στο κατάστρωμα, το αίμα χύθηκε από τα αυτιά και τα ρουθούνια του.

Δονήθηκε από μια σπασμωδική της στιγμής τρεμούλα και έμεινε στερνά ασάλευτος.
Οι Νέγροι σήκωσαν τους ώμους και αδιάφορα πέταξαν τον νεκρό στην θάλασσα….

Και ο κυβερνήτης της γαλέρας γέλασε δυνατά και απλώνοντας το χέρι,
πήρε το μαργαριτάρι, και όταν το είδε,το πίεσε στο μέτωπο του και υποκλίθηκε.

-Αυτό θα στολίσει περίφημα το σκήπτρο του Βασιλόπουλου!
είπε και έκανε νόημα στους Νέγρους να τραβήξουν την άγκυρα…

Και όταν ο νεαρός Βασιλιάς άκουσε αυτά τα λόγια του πλοιάρχου
άφησε μια κραυγή και ξύπνησε και από το ανοιχτό παράθυρο
είδε τα μεγάλα γκρίζα δάκτυλα της Αυγής να αρπάζουν τα ξεψυχισμένα αστέρια…

Και κοιμήθηκε ξανά το Βασιλόπουλο και ονειρεύτηκε. Κι αυτό ήταν το όνειρό του:

Είδε ότι πλανιόταν ανάμεσα σ΄ένα δάσος όλο ομίχλη.

Από τα δέντρα κρέμονταν παράξενα φρούτα και σ’όλο το μέρος άνθιζαν φαρμακερά φυτά.

Τα φίδια σφύριζαν στο διάβα του και οι παπαγάλοι οι φανταχτεροί πετούσαν από κλαδί σε κλαδί.

Πελώριες χελώνες κοιμόνταν πάνω στη ζεστή λάσπη. Τα δένδρα ήταν γεμάτα μαϊμούδες και παγωνιά.

Και διαπερνούσε έτσι πέρα όλο αυτό το δάσος, ώσπου έφτασε στη γύρω του έκταση και εκεί είδε ένα απέραντο πλήθος ανθρώπους να ιδροκοπούν από τη σκληρή δουλειά στην κοίτη ενός ξεροποτάμου. Ήταν άφθονοι εργάτες απάνω στους απόκρημνους βράχους σα μυρμήγκια.

Έσκαβαν βαθειά πηγάδια μέσα στη γή και έμπαιναν μέσα.

Μερικοί έσκιζαν τους βράχους με μεγάλα τσεκούρια, άλλοι χάϊδευαν και κοσκίνιζαν την άμμο.

Ξερίζωναν τους κάκτους και τα αγκαθερά φυτά και ποδοπατούσαν τα άνθη τους.

Όλοι βιάζονταν στην δουλειά τους φωνάζοντας ο ένας στον άλλο και κανείς δεν έμενε αργός.

Από την σκοτεινιά μιας σπηλιάς τους κύταζαν όλους αυτούς η κυρά Τσιγκουνιά και ο Θάνατος.

Κι ο Θάνατος είπε: -Κουράστηκα !δώσε μου το ένα τρίτο και άσε με να φύγω!

Η Τσιγκουνιά όμως κούνησε το κεφάλι: Είναι υπηρέτης μου! απάντησε.
Και ο Θάνατος της είπε:-Τι κρατείς μέσα στο χέρι σου;

-Τρία σπυριά στάρι! αποκρίθηκε: Γιατί ρωτάς και τι σε νοιάζει;

-Δώσε μου το ένα από τα τρία !...φώναξε ο Θάνατος:
Θα το φυτέψω στον κήπο μου. Μόνο το ένα και θα φύγω!

-Δε θα σου δώσω τίποτε! είπε η κυρά Τσιγκουνιά.
Και έκλεισε σφιχτά τη παλάμη της,να κρύψει τα σπυριά.

Και ο Θάνατος γέλασε, και πήρε ένα κύπελλο, το βούτηξε σε μια λακκούβα με νερό
και μέσα από το κύπελλο πετάχτηκε ο τρεμουλιάρης Πυρετός.

Ο Όσκαρ Ουάιλντ (16 Οκτωβρίου 1854 - 30 Νοεμβρίου 1900) 
ήταν Ιρλανδός μυθιστοριογράφος, ποιητής, δραματουργός και κριτικός.

Πέρασε ανάμεσα από το μεγάλο πλήθος τους ανθρώπους και από αυτούς το ένα τρίτο πέθανε.

Μία κρύα ομίχλη πήγαινε ξοπίσω στον Πυρετό και τα νερόφιδα έτρεχαν στο πλάϊ του.

Και όταν η κυρά Τσιγκουνιά είδε να χάνεται το τρίτο από τους σκλάβους της χτύπησε το στήθος της και άρχισε τον θρήνο. Τα στήθη της χτυπούσε και φώναζε δυνατά:

-Μου αφάνισες τους περισσότερους σκλάβους μου !Φύγε!

Τρέξε στην χώρα των Τατάρων, που πολεμούν στα βουνά
 και όπου οι δύο αντίπαλοι βασιλιάδες σε καλούν!

Οι Αφγανοί έσφαξαν το μαύρο βόδι και βαδίζουν στη μάχη.

Τους επιτέθηκε ο εχθρός στην κατασκήνωση και τρέχουν
να τον βρουν και να τον πολρμήσουν.

Τι αξία έχει για σένα η κοιλάδα μου και κάθεσαι και χάνεις τον καιρό σου;

Φεύγα από δώ και μην ξανάρθεις πια!

-Όχι! απάντησε ήσυχα ο Θάνατος: Αν δε μου δώσεις το σπειρί το στάρι, δεν κάνω βήμα από εδώ!

Μα η κυρά Τσιγκουνιά κρατούσε κλειστό το χέρι δυνατά και έσφιγγε τα δόντια:

-Δε σου δίνω τίποτα! τραύλισε. Και ο Θάνατος γέλασε και έπιασε μια μαύρη πέτρα και την πέταξε μέσα στο δάσος. Και τότε από ένα πυκνό και άγριο θάμνο πετάχτηκε ο Κίτρινος Πυρετός.

Πέρασε ανάμεσα από το υπόλοιπο πλήθος τους ανθρώπους και τους άγγιξε,
και ο καθένας πού 'νιωθε το άγγιγμα του πέθαινε.

Όπου πατούσε ο Κίτρινος Πυρετός,το χορτάρι μαραινόταν.

Φρίκη κυρίεψε την Τσιγκουνιά και έρανε για πένθος με στάχτες το κεφάλι της.

-Είσαι σκληρός, Θάνατε! Στις περιτειχισμένες πολιτείες, στις Ινδίες,
έπεσε πείνα και οι στέρνες της Σαμαρκάνδης ξεράθηκαν.

Πείνα έπεσε και στις πολιτείες της Αιγύπτου και τις πλημμύρισαν ακρίδες από την έρημο.

Ο Νείλος ξεχείλισε και οι ιερείς καλοπιάνουν την Ισιδα και τον Όσιρη.

Τρέξε σε κείνους που σε χρειάζονται και άφησε τους ανθρώπους μου!

-Όχι! Απάντησε ο Θάνατος: Αν δεν μου δώσεις το στάρι που σου ζήτησα δεν πάω πουθενά!

-Δεν θα σου δώσω τίποτα!επέμενε η κυρά Τσιγκουνιά.
Και ο θάνατος γέλασε ξανά και σφύριξε με τα δάκτυλα.

Και μια γυναίκα πέταξε ψηλά.»Πανούκλα» έγραφε στο μέτωπό της.

Και ένα κοπάδι σκελετωμένοι γύπες γυρνούσαν γύρωθέ της.

Με τα φτερά τους σκέπαζαν όλη την κοιλάδα και κανείς άνθρωπος δεν έμεινε ζωντανός.

Και η κυρά Τσιγκουνιά χάθηκε στο δάσος στριγκλίζοντας .

Και ο Θάνατος πήδηξε πάνω στο κόκκινο άλογό του και κάλπασε μακρυά.

Και το τρέξιμο του ξεπερνούσε τον άνεμο.

Και μέσα από την βαθειά κοιλάδα σέρνονταν τώρα δράκοι και άλλα απαίσια στοιχειά
και τα τσακάλια έτρεχαν στη βρωμερή την άμμο ρουθουνίζοντας.

Και ο Βασιλιάς έκλαψε και είπε: -Ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι και τι έψαχναν να βρούν;

-Ρουμπίνια για την κορώνα του νεαρού Βασιλιά! απάντησε κάποιος που στεκόταν πίσω του.

Και ο νεαρός Βασιλιάς ξαφνιάστηκε και γυρίζοντας πίσω,
είδε έναν άνθρωπο σαν προσκυνητή να κρατή στο χέρι του ένα ασημένιο καθρέπτη.

Έχασε το χρώμα του και ρώτησε:-Για ποιόν Βασιλιά;

Και ο προσκυνητής απάντησε:-Κύττα σ΄αυτόν τον καθρέπτη και θα τον ιδείς!

Και κύτταξε το Βασιλόπουλο στον καθρέπτη και αντικρύζοντας το πρόσωπό του,
άφησε μία κραυγή και ξύπνησε.

Και οι ολόχαρες αχτίνες του ήλιου έλουζαν με το φώς τους το δωμμάτιο
και τα πουλιά κελαϊδούσαν στα δέντρα.

Σε λίγο μπήκαν στο δωμάτιο ο αρχιθαλαμηπόλος με τους αξιωματικούς του βασιλείου
και υπόβαλαν τα σέβη τους στο Βασιλόπουλο.

Και οι υπηρέτες έφεραν την στολή την υφασμένη με την χρυσή κλωστή
και του παρουσίασαν την κορόνα και το σκήπτρο.

Ο νεαρός Βασιλιάς άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί πάνω στην απίστευτη ομορφιά τους.

Τότε ήρθανε στον νού του τα όνειρα τους λέει τρομαγμένος:

-Δεν τα φορώ θέλω να τα απομακρύνετε αυτά από κοντά μου.

Οι αυλικοί σαστισμένοι ,μερικοί γελούσαν πίστευαν ότι η διαταγή ήταν ένα αστείο.

Εκείνος όμως τους έδωσε με σταθερότητα και πολύ αυστηρά την ίδια διαταγή:

Να μην τα βλέπουν τα μάτια μου, μακρυά από μένα γιατί αυτή η στολή είναι υφασμένη μέσα στο εργαστήρι της Θλίψης, από τα κάτασπρα χέρια του Πόνου.

Μέσα στην καρδιά του μαργαριταριού υπάρχει αίμα και στην καρδιά του ρουμπινιού φωλιάζει ο Θάνατος…

Τους διηγήθηκε με στεναγμό τα τρία όνειρά του.

Κι αφού τα άκουσαν οι αυλικοί κυττάχτηκαν και ψιθύρισαν:

-Σίγουρα είναι τρελλός! Γιατί,όποιο και να είναι το όνειρο, μένει ένα όνειρο απλό, μία ανόητη φαντασία.

Δεν είναι η αλήθεια, η ζωή και η πραγματικότητα, για να δώσουμε νόημα σε αυτά και να τα φοβηθούμε.

Τι έχουμε να κάνουμε εμείς με τις ψυχές εκείνων που παιδεύτηκαν και μόχθησαν;

Μήπως ένας άνθρωπος δεν θα βάλει στο στόμα του το ψωμί, επειδή έτυχε και είδε τον εργάτη, που το σπέρνει,η δεν θα πιεί κρασί, επειδή μίλησε με τον αμπελουργό;…

Και ο αρχιθαλαμηπόλος είπε στον νεαρό Βασιλιά:

-Αφέντη Βασιλιά μου ,σε ικετεύω να διώξεις αυτές τις μαύρες σου σκέψεις και να φορέσεις την ωραία σου στολή και να βάλεις αυτή την λαμπρή κορόνα στο κεφάλι.

Γιατί πως θα ξέρει ο λαός πως είσαι Βασιλιάς, αν δεν φοράς τη στολή και την κορώνα;

Και ο Βασιλιάς τον κύτταξε:

-Αλήθεια, έτσι είναι; Ρώτησε:

Δεν θα με ξέρουν για Βασιλιά, αν δεν ντυθώ έτσι;

-Μάλιστα, αφέντη μου: Δεν θα σε ξέρουν! φώναξε ο αρχιθαλαμηπόλος.

-Δεν υπάρχουν άνθρωποι να μοιάζουν σα βασιλιάδες! απάντησε: Αλλά ίσως να είναι όπως μου λές.

Ωστόσο ούτε αυτόν τον χιτώνα και το μανδύα θα φορέσω ούτε θα στεφανωθώ με την κορώνα αυτή.

Και όπως μπήκα μέσα στο παλάτι έτσι θα βγώ από αυτό!

Και παρακάλεσε να τον αφήσουν μόνο, εξόν από ένα υπηρέτη, που τον κράτησε για συντροφιά, ένα παιδάκι μικρότερο του στα χρόνια.

Τον κράτησε να τον φροντίσει.

Και όταν πλύθηκε με καθαρό νερό, το Βασιλόπουλο άνοιξε ένα χρωματιστό κιβώτιο και έβγαλε από εκεί τον πέτσινο χιτώνα του και το χοντρό από δέρμα προβάτου μανδύα του, που φορούσε όταν φύλαγε στο βουνό τις κατσίκες του βοσκού.

Τα φόρεσε αυτά τα ρούχα και πήρε στο χέρι το σκληρό ραβδί του τσοπάνη.

Και ο μικρός υπηρέτης γούρλωσε τα μάτια του από κατάπληξη και του είπε γελαστά:

-Αφέντη μου, τη βλέπω τη στολή σου και το σκήπτρο σου, την κορώνα σου όμως δεν τη βλέπω!

Και ο νεαρός Βασιλιάς έκοψε ένα βλαστάρι άγριας λυγαριάς, που σκαρφάλωνε από το μπαλκόνι, και το λύγισε, το έκανε σα στεφάνι και το έβαλε στο κεφάλι του.

-Αυτή θα είναι η κορώνα μου! απάντησε.

Και έτσι ντυμένος βγήκε από το διαμέρισμά του.

Βλέποντάς τον έτσι οι ευγενείς γέλασαν με την καρδιά τους και μερικοί του φώναζαν:

-Αφέντη μας ο λαός περιμένει να δεί τον Βασιλιά του και εσύ θα του φανείς σαν ζητιάνος!

Και άλλοι θύμωσαν και είπαν:

-Ντροπιάζει τη χώρα μας και είναι ανάξιος για βασιλιάς μας!

Μα ο νεαρός Βασιλιάς δεν απάντησε.

Ανέβηκε στο άλογό του και προχώρησε στο Ναό.

Και ο λαός γέλασε και είπε:

-Χα, Χά !Αυτός ο καβαλάρης είναι ο γελωτοποιός του Βασιλιά! και άρχισαν να τον πειράζουν.

Και ο Βασιλιάς σταμάτησε το άλογό του και τους φώναξε:

-Όχι δεν είμαι ο γελωτοποιός, μα ο ίδιος ο Βασιλιάς!

Και τους διηγήθηκε τα τρία όνειρά του.

Τότε κάποιος άνθρωπος ξεχώρισε ανάμεσα από το πλήθος και του μίλησε πικρά και του είπε:

-Αφέντη, δεν το γνωρίζεις πως από την πολυτέλεια και την σπατάλη του πλούσιου εξαρτάται η ζωή του φτωχού;

Η μεγαλοπρέπεια σου μας θρέφει και οι ιδιοτροπίες σου είναι το ψωμί μας.

Να υποφέρεις για ένα αφέντη είναι πικρό πράγμα.

Μα να μην έχεις αφέντη, που να υποφέρεις για αυτόν, είναι πιο πικρό πράγμα ακόμα!

Φαντάζεσαι πως τα κοράκια θα γίνουν τροφή μας;

Γύρνα, λοιπόν, πίσω στο παλάτι σου και φόρεσε την πορφυρένια σου στολή!

Χάρισέ μας τη χαρά και μην σε νοιάζει για τους πόνους και τα βάσανα μας.

Άλλο εμείς, και άλλο εσύ Βασιλιά μου!
Τα μάτια του νεαρού Βασιλιά πλημμύρισαν δάκρυα, και συνέχισε το δρόμο του ανάμεσα στους ψιθυρισμούς του κόσμου.

Ο μικρός υπηρέτης τρόμαξε και τον εγκατέλειψε.

Όταν το Βασιλόπουλο έφτασε στη μεγάλη πύλη του ναού,οι στρατιώτες τράβηξαν τα σπαθιά τους και είπαν:

-Τι ζητάς εσύ εδώ; Κανείς δεν περνά από αυτή την πόρτα, παρά μόνο ο Βασιλιάς!

Το πρόσωπο του κοκκίνισε από θυμό και τους είπε: -Εγώ είμαι ο Βασιλιάς!

Οι στρατιώτες παραμέρισαν τα σπαθιά τους και τον άφησαν να περάσει.

Όταν ο σεβάσμιος επίσκοπος τον είδε να πλησιάζει ντυμένος σαν βοσκός, σηκώθηκε με κατάπληξη από τον θρόνο του και έτρεξε να τον συναντήσει και του είπε:

-Παιδί μου, πως ήρθες ντυμένος έτσι; Δεν σκέφτηκες το λαό σου;

Με τι κορώνα θα σε στεφανώσω και τι σκήπτρο θα σου δώσω να κρατήσεις στο χέρι;

Το ξέρεις ότι η μέρα είναι μέρα χαράς για σένα και όχι ταπείνωσης;

-Και θα φορέσει η χαρά ότι η λύπη φτιάχνει; είπε ο νεαρός Βασιλιάς.

Τότε του διηγήθηκε τα τρία όνειρά του.

Όταν ο επίσκοπος τα άκουσε, έσμιξε τα φρύδια του και είπε:

-Παιδί μου είμαι γέρος άνθρωπος, στις ύστερες σχεδόν μέρες της ζωής μου, ξέρω πως πολλά άσχημα πράγματα γίνονται σε αυτόν τον μεγάλο κόσμο:

Οι άγριοι ληστές κατεβαίνουν από τα βουνά,αρπάζουν μικρά παιδιά και τα πουλούν στους Μαυριτανούς.

Τα λιοντάρια παραμονεύουν τα καραβάνια και ορμούν στις καμήλες.

Τ' αγριογούρουνα ξεριζώνουν τα στάχυα στην κοιλάδα, και οι αλεπούδες ρημάζουν τα αμπέλια στο βουνό.

Οι πειρατές λεηλατούν τις ακτές και τα καράβια των ψαράδων, και παίρνονται δίχτυα τους.

Στις τρώγλες κατοικούν οι λεπροί και κανείς δεν μπορεί να τους πλησιάσει.

Οι ζητιάνοι πλανιούνται στις πολιτείες και μοιράζουν το φαΐ τους με τα σκυλιά .

Μπορείς να κάνεις κάτι να μην γίνονται όλα αυτά;

Μπορείς να κοιμηθείς με το λεπρό και να στρώνεις το τραπέζι σου με το ζητιάνο;

Υποχωρεί το λιοντάρι στα παρακάλια σου και μπορεί η άγρια αρκούδα να σε υπακούει;

Μήπως Εκείνος που έκανε τη φτώχεια δεν είναι πιο σοφός από εσένα;

Σε επαινώ, λοιπόν για ότι έκανες,αλλά σε παρακαλώ, να γυρίσεις στο παλάτι και να ντυθείς όπως ταιριάζει σε ένα βασιλιά!

Να γυρίσεις χαρούμενος και αλλιώτικος,να σε στεφανώσω με τη χρυσή σου κορώνα και να σου δώσω στο χέρι το σκήπτρο σου με τα μαργαριτάρια!

Όσο για τα όνειρά σου, πάψε να τα θυμάσαι!

Το φορτίο αυτού του κόσμου είναι πολύ βαρύ για τις πλάτες ενός ανθρώπου, και τα βάσανα του ίδιου κόσμου πολύ βαρειά για να τα υποφέρει μόνο μία καρδιά!...

-Αυτά διδάσκετε εδώ, μέσα στο ναό; Είπε ο νεαρός Βασιλιάς.

Προσπέρασε τον επίσκοπο, ανέβηκε τα σκαλοπάτια του ιερού και στάθηκε μπρος στην εικόνα του Ιησού Χριστού.

Στάθηκε μπρος στην εικόνα του Ιησού Χριστού και από το δεξί και το αριστερό του χέρι ήταν τα ιερά σκεύη, το χρυσό δισκοπότηρο με το ιερό κρασί και η φιάλη με το μύρο.

Γονάτισε το Βασιλόπουλο μπρος στην εικόνα του Ιησού Χριστού και τα μεγάλα κεριά έκαιγαν λαμπερά πλάϊ στην καταστόλιστη με κοσμήματα σκευοθήκη και ο καπνός του λιβανιού σε λεπτά γαλάζια στεφάνια υψωνόταν στο θόλο.

Έσκυψε το κεφάλι σε κατανυκτική προσευχή και οι ιερείς με τα σκληρά κολάρα τραβήχτηκαν πίσω από το ιερό.

Ξαφνικά μία οχλαγωγία ακούστηκε από το δρόμο.

Μπήκαν μέσα οι ευγενείς με γυμνά τα ξίφη και απειλητικοί.

-Που είναι αυτός ο ονειροπαρμένος,που μας ιστορεί φαντασίες; φώναξαν:

Πού είναι αυτός ο Βασιλιάς,που μοιάζει με ζητιάνο αυτό το ανόητο παιδί που θέλει να εξευτελίσει την χώρα μας;

Πρέπει να το σκοτώσουμε,γιατί είναι ανάξιος να μας κυβερνήσει!

Τότε ο νεαρός Βασιλιάς έσκυψε ξανά το κεφάλι και προσευχήθηκε.

Όταν τελείωσε την προσευχή του, σηκώθηκε. Γυρίζοντας τους εκύτταξε θλιμμένος.

Εκείνη την στιγμή από τα χρωματιστά παράθυρα μπήκε το φώς του ήλιου.

Και τον πλημμύρισε ολόγυρα, και οι πολύχρωμες αχτίνες του ύφαναν ένα χιτώνα πιο ωραίο από εκείνον που είχαν κατασκευάσει για την στέψη του.

Το ραβδί του, στο χέρι του,άνθισε και φύτρωσαν κρίνα πιο άσπρα από τα μαργαριτάρια.

Τα ξερά αγκάθια άνθισαν στο κεφάλι του και φύτρωσαν τριαντάφυλλα πιο κόκκινα από τα ρουμπίνια.

Πιό άσπρα από λεπτά μαργαριτάρια ήταν τα κρίνα και οι μίσχοι τους ήταν από λαμπρό ασήμι.

Πιό κόκκινα και από ρουμπίνια ήταν τα τριαντάφυλλα και τα φύλλα τους ήταν από σφυρηλατημένο χρυσάφι.

Στεκόταν εκεί, ντυμένος σα γνήσιος και αληθινός Βασιλιάς.

Και οι πύλες του ιερού άνοιξαν και ξεχύθηκε καινούργιο φώς.

Στεκόταν εκεί,ντυμένος ίδιος Βασιλιάς.

Και η Δόξα του Θεού γέμιζε το μέρος και οι άγιοι από τις εικόνες τους φαίνονταν να κινούνται.

Μέσα στην ΥΠΕΡΟΥΣΙΑ τούτη στολή το Βασιλόπουλο στεκόταν μπροστά τους και το αρμόνιον ακουγόταν υπερκόσμια και οι σαλπιγκτές σάλπιζαν και τα παιδιά έψελναν.

Όλος ο κόσμος τότε γονάτισε,φοβισμένος από το θαύμα.

Έβαλαν στις θήκες τα σπαθιά τους οι ευγενείς και υποκλίθηκαν εμπρός Του ευλαβικά.

Το πρόσωπο του Επισκόπου έγινε ωχρό και τα χέρια του έτρεμαν.

-Κάποιος πιο μεγάλος από εμένα σε στεφάνωσε! φώναξε και γονάτισε μπροστά του.

Ο νεαρός Βασιλιάς κατέβηκε από το ψηλό στασίδι του και πέρασε ανάμεσα από το πλήθος τους ανθρώπους, μα κανείς δεν τόλμησε να τον κοιτάξει στο πρόσωπο, γιατί ήταν ίδιο με το πρόσωπο αγγέλου.

Επιμέλεια: ΑΠΟ ΤΟ ΜΗΔΕΝ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ: ΕΡΕΥΝΑ - ΜΕΛΕΤΗ - ΠΟΙΗΣΗ



  • Nik Vythoulkas Συναρπαστικό κείμενο ..περιμένουμε τίς συνέχειες Ιφιγένεια !!!
    Ο Όσκαρ Ουάιλντ (πλήρες όνομα Όσκαρ Φίνγκαλ Ο'Φλάχερτι Ουίλς Ουάιλντ, αγγλ. Oscar Fingal O'Flahertie Wills Wilde) (16 Οκτωβρίου 1854 - 30 Νοεμβρίου 1900) ήταν Ιρλανδός μυθιστοριογράφος, ποι
    ητής, δραματουργός και κριτικός. Έχοντας περάσει από διάφορα είδη γραπτού λόγου καθ'όλη την δεκαετία του 1880, γεύτηκε την δόξα σαν θεατρικός συγγραφέας στο Λονδίνο στις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Στις μέρες μας έχει γίνει γνωστός για τα ευφυολογήματά του, το μοναδικό του μυθιστόρημα (Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ), τα θεατρικά έργα του, τις συνθήκες φυλάκισής του καθώς και τον πρόωρο θάνατό του.

    Στη ζωή του πριν τη φυλάκιση ζούσε με πολυτέλεια, ναρκισσιστική κομψότητα και γενναιοδωρία που ...καλύπτονταν από δανεικά! Μετά έζησε (λίγο ακόμα) ήσυχα, αλλά πάντα με δανεικά! Πέθανε τελικά στην Γαλλία, "απόκληρος", με τους ελάχιστους εναπομείναντες φίλους. Λέγεται ότι σε μία συζήτηση, λίγο πριν πεθάνει με τον εκδότη και μόνιμο συμπαραστάτη του, εξέφρασε την απορία για τα έξοδα της κηδείας του. Ο φίλος του είπε να μην ανησυχεί, θα το φροντίσει, αν και δεν θα χρειαστεί, θα γίνει καλά κλπ. Ο Όσκαρ απάντησε γελώντας: πεθαίνω όπως έζησα: με δανεικά.

  • ιφιγένεια γεωργιάδου "πεθαίνω όπως έζησα: με δανεικά." ταπεινότης μεγαλειώδους υπαρξιακής συνείδησης!!! Τα ωραιότερα παιδικά παραμύθια ήταν ένα από τα πολύτιμα βιβλία της παιδικής μου ηλικίας όπου η φαντασία μαζί με την συγκίνηση επηρέαζαν γοητευτικά την παιδική μου την καρδιά.Πράγματι το κείμενο είναι συναρπαστικό σε πλούτο ιδεών ,περιγραφών και απρόβλεπτων συγκινησιακών αλλαγών ... Nik θερμές ευχαριστίες για το πλούσιο βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα !!!
  • Nik Vythoulkas Καλή μας Ιφιγένεια ..διάβασα την ...ανάρτηση σου ..που θα δημοσιεύσεις ..σε συνέχειες ...θυμίζει ..τόσο πολύ ..και έχει άρωμα απο το παιδικο παραμύθι για μικρούς και Μεγάλους με τιτλο Ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας . του Oscar Wilde ..περιμένουμε εναγωνίως ..την συνέχεια της όμορφης ποιητικής σου γραφής ..που μας καθηλώνει !! Θερμές ευχαριστίες !!
  • Ioannis Athinaios Πολύ όμορφο Ιφιγένεια.Ειδικά αυτή την περασμένη ώρα που το διαβάζω,μπορώ ίσως πιο εύκολα να θυμηθώ και να ξανανοιώσω όλα όσα ένοιωθα όταν διάβαζα μικρός τα παραμύθια του.Ο Όσκαρ Ουάιλντ απευθυνόταν, μεσω των κειμένων του, προς τα παιδιά σα να τα θεωρούσεενήλικες. Τα παραμύθια του ιδιαίτερα,τρυφερά,γεμάτα χιούμορ αλλά και μηνύματα.Εγνώριζε τα ελαττώματά του και αυτοσαρκαζόταν, παραμένοντας πάντοτε υπερήφανος και αξιοπρεπής. Πολύ με συγκίνησε και το σχόλιο για το"πεθαίνω όπως έζησα". Νάσαι καλά Ιφιγένεια....
  • Aglaia Mandravelis Μακάρι Ιφιγένεια όλοι μας να βρούμε 'στην ομορφιά το φάρμακο του πόνου'.Καλημέρα να είσαι καλά .
  • ιφιγένεια γεωργιάδου Μεγάλη χαρά μου δίνεις Ioannis , είναι ένας συγγραφέας που η αμεσότητα του λόγου του και η ειλικρίνεια των τολμηρών και επαναστατικών για την εποχή του σκέψεων γραμμένες με τέχνη ανυπέρβλητης ομορφιάς και ευαισθησίας μιλά με ένα ιδιαίτερο τρόπο στην καρδιά μου !!!
  • ιφιγένεια γεωργιάδου Aglaia η ομορφιά της καλοσύνης και της συμπαράστασης στον πόνο του συνανθρώπου είναι το κέντρο της αφήγησης του συγκεκριμένου παραμυθιού!!!
  • ιφιγένεια γεωργιάδου Nik το τέλος στον Ευτυχισμένο Πρίγκηπα είναι πανέμορφο:-Φέρε μου τα δύο πιο πολύτιμα πράγματα από αυτή την πόλη!είπε ο Θεός σε έναν από τους αγγέλους Του.Και ο άγγελος του έφερε τη μολυβένια καρδιά από το λιωμένο άγαλμα του Πρίγκηπα την πεταμένη στα σκουπίδια και το νεκρό πουλάκι.-Πέτυχες απόλυτα στην εκλογή σου!είπε ο Πανάγαθος:Μέσα στο κήπο μου στο Παράδεισο,αυτό το μικρό πουλί θα τραγουδεί αιώνια ,και μέσα στην χρυσαφένια πολιτεία μου ο Ευτυχισμένος Πρίγκηπας πάντα θα με δοξάζει!
  • Sophia Drekou Ιφιγένεια μου εξαιρετικά αγαπημένο μου... ένα απόσπασμα μικρό επίτρεψέ μου... «Αγαπημένο μου Χελιδονάκι», είπε ο Πρίγκιπας, «μου λες θαυμαστές ιστορίες, αλλά πιο θαυμαστό απ' όλα είναι πόσο υποφέρουν οι άνδρες και οι γυναίκες. Η Δυστυχία είναι το μεγαλύτερο Μυστήριο. Πέταξε πάνω από την πόλη μου, Χελιδονάκι, και πες μου τι θα δεις». 

    Σ'ευχαριστώ Ιφιγένεια που το ξανάφερες στην μνήμη μου... Ο ευτυχισμένος πρίγκηπας του Όσκαρ Ουάιλντ-The Happy prince
  • ιφιγένεια γεωργιάδου Sophia μου σε ευχαριστώ πολύ πολύ !!! Ο Νίκος μου έδωσε την αφορμή να ξαναθυμηθώ τον αγαπημένο τρυφερό συγγραφέα που συντρόφευε με την γλυκύτητα και την χάρη των παραμυθιών του τις μοναχικές ώρες της παιδικής μου ηλικίας!!! 29 Μαρτίου 2014 στις 10:41 π.μ. 

  • Ioannis Athinaios Ακόμα καλύτερη η δεύτερη συνέχεια!!!Πολύ όμορφο!!!...
  • ιφιγένεια γεωργιάδου Οταν ήμουν μικρή η ανάγνωση του με αναστάτωσε υπερβολικά χωρίς να γνωρίζω την αιτία. Οπως παρατηρείς πολύ σωστά Ioannis"ο Oscar Wilde απευθυνόταν, μέσω των κειμένων του,προς τα παιδιά σαν να τα θεωρούσε ενήλικες" έχει ένα όραμα κοινωνικό ,όπου οι ενήλικες και τα παιδιά, οι πλούσιοι και οι φτωχοί, οι άνδρες και οι γυναίκες αντιμετωπίζονται με σεβασμό μέσα από την οξυμένη σε υπέρτατο βαθμό της εκλεπτυσμένα ευγενικής ευαισθησίας του.

  • Nik Vythoulkas «Στο παραμύθι του "The Young King " ο Oscar Wild καταπιάνεται με την επίγνωση της ανθρώπινης αδικίας ενός βασιλόπουλου το οποίο όλοι στο περιβάλλον του προσπαθούν να τον αποτρέψουν από το να δράσει επάνω στην οδυνηρή γνώση. Και σε αυτόν τον μύθο (συγγενικό, παρεμπιπτόντως, με τη μυθούμενη ιστορία της ζωής του Βούδα) η κάθαρση επέρχεται από εξωανθρώπινους παράγοντες. Μόνη αρωγή τού ηθικά αφυπνισμένου ατόμου είναι το όραμα μιας υψηλότερης πνευματικής τάξης, στην οποία η φύση συμμετέχει και η οποία επιβάλλεται αδιόρατα στις πραγματικές σχέσεις εξουσίας.»
    «Όμως, των θαυμάτων με τα οποία κλείνουν τα παραμύθια έχει προηγηθεί η ανυπόφορη αγωνία συγκρούσεων που δείχνουν άλυτες. Αυτή ακριβώς η ένταση, σε συνδυασμό με την πληθωρική εικονοποιία του συγγραφέα, κάνει τα παραμύθια του Ουάιλντ αξέχαστα. Όσοι τα θυμούνται από την παιδική τους ηλικία, θα διαπιστώσουν ότι στο κέντρο τους εξακολουθεί να πάλλεται ο ίδιος εκείνος ακαταμάχητος συνδυασμός φρικίασης και σαγήνης.»
    «Κωνσταντίνος Ματσούκας . Κριτικός εφημερίδας ¨»
    Καλησπέρα Ιφιγένεια ..σε ευχαριστούμε ..για την υπέροχη ανάρτηση ..αναμένουμε την επόμενη συνέχεια του Παραμυθιού The Young King !!

  • ιφιγένεια γεωργιάδου Eυχαριστώ Nik για το εξαίρετο κριτικό σημείωμα του κ.Ματσούκα με τον πρωτότυπο τίτλο του παραμυθιού!!!


  • Ioannis Athinaios Τελικά,τα όνειρα μπορεί να είναι είτε σπαθιά ατσάλινα είτε φτερά πουπουλένια.Άλλοτε μας υπερασπίζονται και μας ανοίγουν τον δρόμο και άλλοτε απλώς μας χαϊδεύουν απαλά και ανώφελα.Πάντως το υλικό των ονείρων σου το φτιάχνεις εσύ,που είσαι και ο μόνος που μπορεί να τα πιστέψει χωρίς επιφυλάξεις. Όλοι οι άλλοι χρειάζονται αποδείξεις!!!.
  • ιφιγένεια γεωργιάδου Το σχόλιο σου δυνατό Ioannis, πηγή έμπνευσης για μένα ...συμπύκνωση πείρας σε δυνατά χτυπήματα ζωής με αγωνία να ζήσουν και να ανδρωθούν τα όνειρα της απαιτητικής της ολοζώντανης πνοής που αναγνωρίζει την ισχυρή απόφαση της ελευθερίας!!!
  • Nik Vythoulkas Η ομορφιά τ'ανθρώπου που γυρναει... στούς ιδιους τόπους και είναι Θεός ετσι που παντού βαδίζει ..τι ομορφιά που είναι αυτή ,μονο αρέσει ....και γυρνάει και είναι Θεός παντού
    «Αδέλφια μας», μια φωνή μας ψιθυρίζει με λυγμό ..μεσα στην καρδιά μας «Πολύ θ
    α ήθελα να σας διαβεβαιώσω ότι όλες οι ψυχές που εγκαταλείπουν αυτή την κοιλάδα των δακρύων έχουν βρει μια θέση στον Παράδεισο». 
    Σε ευχαριστούμε Ιφιγένεια για τίς μαγικές στιγμές που μας χάρισες .και ζήσαμε μέσα απο την υπέροχη ποιητική μετάφραση σου .. του διαχρονικού παραμυθιού Ο μικρός Χριστός του Οσκαρ Γουάιλντ ! ! ! Ειρήνη Σοι ..τω ..γραφώντι !!!

  • ιφιγένεια γεωργιάδου Nik όμορφα ,απλά, συγκινητικά τα πλούσια σε συναίσθημα λόγια σου γεμίζουν την ημέρα μου με ζεστασιά και την καρδιά μου πλημμυρίζει η χαρά να είμαστε όλοι τόσο κοντά μέσα στου Κυρίου την γαλήνη!!!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.