Δευτέρα, Μαρτίου 28

Τους φαινόταν αδύνατον, να δακρύσει ο αγαπημένος τους ηγέτης για μια γυναίκα.


Τους φαινόταν αδύνατον, να δακρύσει 
ο αγαπημένος τους ηγέτης για μια γυναίκα.
Η δίκη της Ασπασίας

Ο Περικλής γοητεύτηκε από τη θεσπέσια κόρη του Αξιόμαχου από τη Μίλητο, διότι η Ασπασία εκτός από την εξωτερική ομορφιά της, που την δημιουργούσαν η ξεχωριστή της παιδεία, η οξύνοιά της, η πολιτική της ευθυκρισία.Τα προσόντα της αυτά την έφεραν, αν και ξένη, στο επίκεντρο της αθηναϊκής κοινωνίας. Είναι γνωστό ότι τα μεγαλύτερα πνεύματα της εποχής της, ο Σωκράτης και ο Πλάτων, χαιρόταν την συντροφιά της.

Ο Περικλής αψηφώντας το γεγονός ότι η Ασπασία ήταν ξένη, άρα εθεωρείτο κατώτερη από οποιαδήποτε Αθηναία, χώρισε από τη γυναίκα του για να την παντρευτεί. Αυτό για οποιονδήποτε άλλον θα ήταν ένα μεγάλο ηθικό στίγμα, αλλά η προσωπικότητα του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε κατόρθωσε να γίνει έστω και κατ' επίφαση ανεκτό από την Αθηναϊκή κοινωνία.

Την εποχή εκείνη οι γυναίκες των Αθηνών κατά κανόνα δεν ήταν καλλιεργημένες. Αντιθέτως η Ασπασία διακρινόταν για την πνευματική της ευρύτητα και την απαλλαγή της από κάθε παθητική συνήθεια και αντίληψη. Στο πρόσωπό της ο Περικλής δεν βρήκε μόνο μια σαγηνευτική σύντροφο αλλά και μια ανεκτίμητη συνεργάτιδα στις καθημερινές υποθέσεις του ως αρχηγός κράτους. Ακόμα και για τα σχέδια της Ακρόπολης λέγεται πως ήταν δικής της έμπνευσης.

Για τα δυο του παιδιά από τον πρώτο του γάμο Ξάνθιππο και Πάραλο, η Ασπασία τους φέρθηκε σαν μητέρα. Όμως ο γάμος αυτός δεν έπαυε να είναι γάμος με μη Αθηναία αφού αν έκανε τρίτο παιδί ο Περικλής με την ξένη δεν θα αναγνωρίζετο ως νόμιμο και δεν θα είχε πολιτικά δικαιώματα. Ακόμα και ο Κωμικός ποιητής Κρατίνος την αποκαλούσε ”παλλακίδα ασύστολη με σκυλίσια μάτια”.

Έτσι όταν ο Περικλής το 440 π.Χ έλειπε στη Σάμο, ο Διοπείδης, ενας ιερέας του Ερεχθέα επωφελήθηκε της απουσίας του και πρότεινε στην Εκκλησία του Δήμου να διώκονται εκείνοι που δεν λατρεύουν τους θεούς της Πόλεως.

Ένα πρωινό οι Αθηναίοι είδαν στην Βασίλειο στοά να αναρτάται από τον Επώνυμο άρχοντα σε πινακίδα, η επίσημη καταγγελία με το κατηγορητήριο κατά της Ασπασίας που έλεγε:

Ο Έρμιππος αυτά καταγγέλλει κατά της Ασπασίας του Αξιόχου. Αδικεί η Ασπασία γιατί τους θεούς που τιμά η πόλη δεν τους αναγνωρίζει, γιατί μίλησε με ασέβεια κατά των ιερών εθίμων των Αθηναίων και γιατί παραδέχεται τις έρευνες και τις γνώμες των άθεων φιλοσόφων. Αδικεί γιατί με λόγια επικίνδυνα παραπλανά και διαφθείρει τη νεολαία. Τίμημα ο θάνατος”.

Ο κόσμος από το πρωί άρχιζε να κατακλύζει το δικαστήριο. Μέσα στο πολύβουο πλήθος εμφανίζεται και η Ασπασία με τον σύντροφό της.Το κλίμα τόσο στους δικαστές όσο και στο ευμετάβλητο πλήθος ήταν εναντίον της Ασπασίας. Όλοι όμως με κομμένη την ανάσα αδημονούσαν να ακούσουν την ομιλία του Περικλή, συνηγόρου της Ασπασίας.

Πράγματι αυτός ο χαρισματικός ηγέτης, σηκώθηκε φαινομενικά ψύχραιμος και ατάραχος και αρχίζει να μιλά. Το σχεδόν αδιάκριτο τρέμουλο της φωνής του προδίδει στον προσεκτικό παρατηρητή την ένταση και την πάλη της ψυχής του. 

Αφού τελείωσε τον λόγο του ένα δάκρυ στάθηκε στην άκρη των ματιών του. Τους φαινόταν αδύνατον, να δακρύσει ο αγαπημένος τους ηγέτης για μια γυναίκα. Έτσι κανείς δεν έδωσε σημασία στο τόσο σπουδαίο για την πόλη, άγγελμα της νίκης του Αθηναϊκού και Κερκυραϊκού στόλου κατά των Κορινθίων στα Σύβοτα, που αποτέλεσε σε λίγο τον σπινθήρα για την έναρξη του Πελοποννησιακού πολέμου.

Οι ψήφοι μοιράστηκαν και όλοι περιμένουν την απόφαση. Και η απόφαση είναι αθωωτική για το θαυμάσιο ζευγάρι, αφού υπερίσχυσαν κατά πολύ οι λευκές ψήφοι. Η Ασπασία κηρύχθηκε αθώα και ο Περικλής για άλλη μία φορά δοξάστηκε, καθώς και το πλήθος που πριν λίγες ώρες ήταν εχθρικό, τώρα μετά την εμπνευσμένη γεμάτη αγάπη ομιλία του, με ουρανομήκεις κραυγές τους επιδοκίμαζε.[1]

Η δίκη της Ασπασίας. Την κατηγόρησαν για ασέβεια στους Θεούς 
και την αθώωσε το δάκρυ του Περικλή.


Ο πρώτος γάμος του Περικλή με την Αθηναία Ελπινίκη δεν ευδοκίμησε και το ζευγάρι χώρισε μετά από συμβίωση τεσσάρων χρόνων, κατά τη διάρκεια των οποίων απέκτησαν δύο παιδιά, τον Ξάνθιππο και τον Πάραλο.

Το 449 πΧ γνώρισε την Ασπασία από τη Μίλητο, μέσω του κοινού τους γνωστού αρχιτέκτονα Ιππόδαμου. Οι δύο δυναμικές προσωπικότητες αμέσως ερωτεύθηκαν. Δεν ήταν τόσο η ομορφιά της Ασπασίας, αλλά το πνεύμα και η καλλιέργειά της, που την έκαναν να ξεχωρίζει από τις γυναίκες της εποχής. 

Ήταν μια συναρπαστική συνομιλήτρια, που γοήτευε τους άνδρες με την παρουσία και την κουλτούρα της. Ήταν η πρώτη ακροάτρια των λόγων του Περικλή, συζητούσε μαζί του όλες τις δημόσιες υποθέσεις και λέγεται ότι παρενέβη σε πολλά από τα σχέδια των έργων στην Ακρόπολη. Επιπλέον, έδειξε μητρική στοργή στα παιδιά του Περικλή από τον πρώτο του γάμο.

Η επιρροή της Ασπασίας στον πρώτο πολίτη της Αθήνας προκαλούσε αντιδράσεις, οι οποίες δεν περιορίζονταν μόνο στα καυστικά σχόλια των κωμικών. Μερικοί ξέφευγαν από τα όρια όπως ο Κρατίνος, ο οποίος αποκάλεσε την Ασπασία, παλλακίδα ασύστολη με τα σκυλίσια μάτια. Στόχος ήταν ο Περικλής, αλλά ουδείς είχε το θάρρος να τον κατηγορήσει ευθέως, με δεδομένο ότι η τεράστια προσωπικότητά του δέσποζε στο κλεινόν άστυ.

Οι πολιτικοί του αντίπαλοι αναζητούσαν τρόπο να τον πλήξουν και εστίασαν στον ρόλο της Ασπασίας στο δημόσιο βίο. Η αδυναμία της ήταν οι προοδευτικές της απόψεις που για την εποχή ήταν σκανδαλώδεις.

Το 440 πΧ κι ενώ ο Περικλής απουσίαζε στη Σάμο, ο Διοπείθης, ένας ιερέας του Ερεχθέως, εμφανίσθηκε στην Εκκλησία του Δήμου και πρότεινε νόμο εναντίον εκείνων που δεν παραδέχονται τους Θεούς της πόλης και κατά των φιλοσόφων η διδασκαλία των οποίων αντιτίθετο στη λατρεία και τη δόξα των πατρώων θεών».

Ο νόμος εγκρίθηκε και ο πρώτος που βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα ήταν ο φιλόσοφος Αναξαγόρας, επιστήθιος φίλος του Περικλή, καθώς οι απόψεις του έρχονταν σε αντίθεση με τις κρατούσες θρησκευτικές αντιλήψεις. Ο Περικλής τον φυγάδευσε για να γλιτώσει.

Ένα πρωί το 432 πΧ, οι Αθηναίοι είδαν στη βασίλειο στοά μια πινακίδα αναρτημένη στην οποία αναγραφόταν η επίσημη αναγγελία κατά της Ασπασίας, που έλεγε ότι δεν τιμά τους Θεούς της πόλης. Την κατηγορούσαν ότι μίλησε με ασέβεια κατά των ιερών εθίμων και διέφθειρε τη νεολαία. Η πρώτη κυρία της πόλης αντιμετώπιζε τη θανατική ποινή.


Η δίκη 

Οι δικαστές της Ηλιαίας κάθονταν στις σανιδένιες έδρες τους και το δικαστήριο είχε πλημμυρίσει από πολέμιους και υποστηρικτές της Ασπασίας που ήταν ξένη και χρειαζόταν παραστάτη έναν Αθηναίο πολίτη. Συνήγορός της ήταν ο καλύτερος ρήτορας της πόλης. Ο Περικλής. Κατήγορος ήταν ο Έρμιππος, ο οποίος είπε ότι η Ασπασία στην Ελευσίνα συζητούσε με τους σοφιστές Αναξαγόρα, Σωκράτη και Πρωταγόρα, ενώ στη γιορτή των Θεσμοφοριών προς τιμήν της Δήμητρας, θέλησε να διαφθείρει τις σεμνές και ελεύθερες γυναίκες.

Έφερε και μάρτυρες για να στηρίξει τις κατηγορίες του και ζήτησε την εσχάτη των ποινών για την Ασπασία. Ο λόγος του βρήκε ευήκοα ώτα στους ηλικιωμένους, συντηρητικούς δικαστές, αλλά και σε μεγάλο τμήμα του πλήθους. Τώρα ήταν η σειρά της υπεράσπισης και όλοι περίμεναν να ακούσουν τον δεινό ρήτορα να καταρρίπτει με την παροιμιώδη ψυχραιμία του τις κατηγορίες.

Ο Περικλής ψέλλισε τις πρώτες λέξεις με τρεμάμενη φωνή και παρά το γεγονός ότι απέκρουσε τα επιχειρήματα του Έρμιππου ήταν φανερά ταραγμένος. Ο Περικλής υπενθύμισε στους δικαστές ότι όχι μόνο δεν μείωσε το αξίωμα των Θεών, αλλά τους ύψωσε μεγαλοπρεπείς ναούς και αθάνατα μνημεία με ανεπανάληπτα καλλιτεχνήματα πάνω στην Ακρόπολη.

Τόνισε με συγκίνηση ότι σε αυτό το έργο συνέδραμε τα μέγιστα η Ασπασία. «Αν παρασυρθείτε από τα λόγια του Έρμιππου που σας παρακινεί να πάρετε από κοντά μου την έξοχη γυναίκα, τη γυναίκα μου, θα καταδικάσετε και μένα μαζί της», είπε ο Περικλής τελειώνοντας τον λόγο του και ένα δάκρυ κύλησε από το πρόσωπό του.

Όλοι έμειναν εμβρόντητοι μπροστά στην ανθρώπινη στιγμή του αδιαμφισβήτητου ηγέτη της πόλης. Το νέο διαδόθηκε σε όλη την Αθήνα και επισκίασε ακόμη και τη νίκη του αθηναϊκού και κερκυραϊκού στόλου κατά των Κορινθίων στα Σύβοτα.

Η γυναίκα του Περικλή ανακηρύχθηκε αθώα και το ζεύγος αποχώρησε από την Ηλιαία υπό τις επευφημίες των Αθηναίων. Το δάκρυ του Περικλή είχε πνίξει τα επιχειρήματα των αντιπάλων του, που δεν είχαν υπολογίσει ότι ο πανέξυπνος πολιτικός, θα καλούσε το δικαστήριο να καταδικάσει αυτόν και όχι την Ασπασία.[2]

Η Ασπασία (περ. 470 – περ. 400 π.Χ.)


Η Ασπασία (περ. 470 – περ. 400 π.Χ.) καταγόταν από τη Μίλητο και ήταν διάσημη για το δεσμό που διατηρούσε με τον επιφανή Αθηναίο πολιτικό Περικλή. Ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά για τη ζωή της. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής της στην Αθήνα και υπάρχει η πιθανότητα να επηρέασε, διαμέσου του Περικλή, την πολιτική του αθηναϊκού κράτους. Στο όνομά της αναφέρονται στα έργα τους οι Πλάτων, Αριστοφάνης, Ξενοφών και άλλοι συγγραφείς της εποχής.

Ορισμένοι από αυτούς υποστηρίζουν πως η Ασπασία διατηρούσε οίκο ανοχής, ενώ ήταν πόρνη και η ίδια. Ωστόσο οι σύγχρονοι μελετητές είναι επιφυλακτικοί ως προς αυτό το ζήτημα, δεδομένου ότι πρόκειται για ισχυρισμό συγγραφέων (μεταξύ αυτών και κωμικοί ποιητές) που ως στόχο είχαν τη δυσφήμιση του Περικλή. 

Ορισμένοι μελετητές αμφισβητούν ακόμη και την παράδοση βάσει της οποίας η Ασπασία ήταν εταίρα, θεωρώντας πως στην πραγματικότητα το ζεύγος ήταν παντρεμένο. Η Ασπασία απέκτησε με τον Περικλή ένα γιο, ο οποίος επίσης ονομάστηκε Περικλής. Ο τελευταίος αργότερα έγινε στρατηγός του αθηναϊκού στρατού και εκτελέστηκε μετά τη Ναυμαχία των Αργινουσών. Μετά το θάνατο του Περικλή του Πρεσβύτερου, πιστεύεται πως η Ασπασία έγινε εταίρα του Λυσικλή, ενός άλλου Αθηναίου πολιτικού και στρατιωτικού.[3]

Παραπομπές
1. TheAncientWeb Greece (ΑΡΧΑΙΟΣ ΙΣΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ)
2. mixanitouxronou.gr
3. Βικιπαίδεια
4. Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου/Από το Στιγμιαίο στο Άπειρο


ιφιγένεια γεωργιάδου 11 Μαρτίου 2014 
Η ιφιγένεια γεωργιάδου άλμπουμ:
ΕΡΓΑ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ 29 Οκτωβρίου 2013


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.